phone2310.202015     mailΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.mapΧάρτης

Greek Albanian Bulgarian English French German Italian Russian Spanish

Βασική Φιλοσοφία και Θεωρητική Τεκμηρίωση

Σύμφωνα με τη βασική φιλοσοφία που διέπει τις δράσεις του Κέντρου Πρόληψης ΠΥΞΙΔΑ από την ίδρυσή του, η εξάρτηση από ψυχοδραστικές ουσίες αντιμετωπίζεται ως ένα σύνθετο ψυχοκοινωνικό πρόβλημα, στην εμφάνιση του οποίου συμμετέχουν  παράγοντες που συνδέονται με τα ατομικά χαρακτηριστικά (π.χ. προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες), με τις ιδιότητες των ψυχοδραστικών ουσιών (π.χ. χαλάρωση, ευφορία) και με τις συνθήκες του κοινωνικού περιβάλλοντος (π.χ. λειτουργία της οικογένειας ή του σχολείου). Σε όλους τους παραπάνω τομείς εντοπίζονται παράγοντες κινδύνου και παράγοντες προστασίας, στους οποίους και παρεμβαίνει το Κέντρο Πρόληψης ΠΥΞΙΔΑ με τις  δράσεις του, θεωρώντας ότι όσο περισσότεροι παράγοντες κινδύνου και λιγότεροι παράγοντες  προστασίας συγκεντρώνονται  σε ένα άτομο ή σε ένα περιβάλλον,  τόσο πιο πιθανή είναι η επαφή με ψυχοδραστικές ουσίες, η χρήση και η εξάρτηση από αυτές, αλλά και η εμφάνιση άλλων ψυχολογικών προβλημάτων.

Ως παράγοντες κινδύνου ορίζονται εκείνα τα  χαρακτηριστικά και οι συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στην εμφάνιση μιας συμπεριφοράς χρήσης και η οποία μπορεί  στη συνέχεια να εξελιχθεί σε εξάρτηση, ή οι συνθήκες εκείνες που συμβάλλουν στην εδραίωση μιας εξαρτητικής συμπεριφοράς.

Αντίστοιχα, προστατευτικά λειτουργούν εκείνα τα χαρακτηριστικά ή οι συνθήκες που μετριάζουν ή απομακρύνουν την πιθανότητα χρήσης και εξάρτησης.

Σύμφωνα με τον Οδηγό Πρόληψης του NationalInstituteonDrugAbuse (2003),  η ύπαρξη παραγόντων κινδύνου ή προστασίας επηρεάζει την αναπτυξιακή πορεία ενός παιδιού. Οι συγγραφείς μιλούν για μια επικίνδυνη αναπτυξιακή πορεία, η οποία είναι πιθανό να δρομολογηθεί όταν στη ζωή ενός παιδιού παρουσιάζονται παράγοντες κινδύνου οι οποίοι  δεν αντισταθμίζονται  έγκαιρα μέσα από παράγοντες προστασίας. Επομένως, τα προγράμματα πρόληψης χρειάζεται να εστιάζουν στην ενίσχυση των παραγόντων προστασίας και στην αποδυνάμωση των παραγόντων κινδύνου παράλληλα, ενισχύοντας συνολικότερα την ψυχοκοινωνική υγεία των παιδιών και των εφήβων.

Τα προγράμματα απευθύνονται είτε στα ίδια τα παιδιά και στους εφήβους,  είτε στους σημαντικούς ενήλικους που τους περιβάλλουν (γονείς, εκπαιδευτικοί κλπ). Για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων επιδιώκεται ο συνδυασμός των παρεμβάσεων, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των σχολικών προγραμμάτων. Η παράλληλη ευαισθητοποίηση εκπαιδευτικών και γονέων στο πλαίσιο των σχολικών προγραμμάτων αποτελεί το ζητούμενο, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες των παιδιών. 

Σημαντικό ρόλο στην πρόληψη αναλαμβάνουν οι πρώιμες παρεμβάσεις, καθώς, όπως επισημαίνεται, οι προσπάθειες που γίνονται για να αντισταθμιστούν οι παράγοντες κινδύνου στην προσχολική ηλικία, είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από ό,τι οι παρεμβάσεις σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν έχει ήδη δρομολογηθεί μια επικίνδυνη αναπτυξιακή πορεία (NIDA, 2003).

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στις μεταβατικές φάσεις στη ζωή των παιδιών και των εφήβων, είτε αφορούν τη φυσική ανάπτυξή τους (εφηβεία), είτε προέρχονται από σημαντικές αλλαγές στη ζωή τους (π.χ. απώλεια ενός γονέα). Στις φάσεις αυτές τα παιδιά και οι έφηβοι είναι πιο ευάλωτοι και ο κίνδυνος της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών είναι αυξημένος. Σύμφωνα με το NationalInstituteonDrugAbuse (2003) οι μεταβατικές  φάσεις από τη μικρή παιδική ηλικία έως την ενήλικη ζωή θεωρούνται «περίοδοι υψηλού κινδύνου».

Tο Κέντρο Πρόληψης ΠΥΞΙΔΑ δραστηριοποιείται από το 1998 στον τομέα της πρωτογενούς πρόληψης και της προαγωγής της υγείας με στόχο την ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υγείας και τη μείωση της εμφάνισης νέων περιστατικών τοξικοεξάρτησης στο γενικό πληθυσμό.  Τα προγράμματα πρόληψης αφορούν όλες τις ψυχοδραστικές ουσίες, είτε μεμονωμένα είτε συνδυασμένα, καθώς και άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές και περιλαμβάνουν:

-          την αποτροπή της  χρήσης νόμιμων  ψυχοδραστατικών ουσιών  (π.χ εισπνεόμενες ουσίες, αλκοόλ και νικοτίνη)

-          την αποτροπή της χρήσης παράνομων ουσιών (π.χ. κάνναβη, έκσταση)

-          την προστασία από την εξάρτηση από το διαδίκτυο

Τα προγράμματα προαγωγής της ψυχοκοιννωικής υγείας επικεντρώνονται σε όλες εκείνες τις καταστάσεις που μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία των παιδιών και των νέων, καθώς και των οικογενειών τους, όπως:

-          μονογονεϊκότητα, οικονομική κρίση, βία

-          άγχος εξετάσεων, διαταραχές διατροφής, αναπτυξιακά προβλήματα των παιδιών, συναισθηματικές διαταραχές

Όσον αφορά τον τύπο των προγραμμάτων πρόληψης, η Πυξίδα τα προηγούμενα έτη υλοποίησε κυρίως καθολικά προγράμματα (universalprograms) (EΠΙΨΥ-ΕΚΤΕΠΝ-ΟΚΑΝΑ πρόληψης, 2011), τα οποία απευθύνονται στο σύνολο του πληθυσμού. Τα καθολικά προγράμματα απευθύνονται σε όλους τους κατοίκους μιας ορισμένης γεωγραφικής περιοχής και σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας, χωρίς να διαφοροποιούνται ανάλογα με τα πιθανά χαρακτηριστικά (κοινωνικά, ψυχολογικά κ.α) που θεωρούνται ότι αποτελούν παράγοντες κινδύνου για τη μελλοντική χρήση ουσιών, και χωρίς οι κάτοικοι να έχουν ζητήσει με δική τους πρωτοβουλία βοήθεια από ειδικούς.

Σύμφωνα με τον D.R. Offord (2000) τα κύρια πλεονεκτήματα των καθολικών προγραμμάτων συνοψίζονται στα εξής:

-          Στα καθολικά προγράμματα εμπλέκεται η μεσαία κοινωνικοοικονομική τάξη που διασφαλίζει γενικότερα τη βέλτιστη υλοποίηση των προγραμμάτων.

-          Αποφεύγουν το στιγματισμό ειδικών ομάδων πληθυσμού και τις συνακόλουθες επιπτώσεις αυτού. Ιδιαίτερα ο στιγματισμός της αντικοινωνικής συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η συχνότητα και η σοβαρότητα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς (Farrington 1977).

-          Τα καθολικά προγράμματα έχουν το πλεονέκτημα ότι απευθύνονται στο σύνολο των παραγόντων που σε μια κοινότητα σχετίζονται με τον κίνδυνο της τοξικοεξάρτησης, ενώ τα επικεντρωμένα προγράμματα απευθύνονται μόνο στους παράγοντες κινδύνου που διαφοροποιούνται για τη συγκεκριμένη ομάδα υψηλού κινδύνου.

-          Είναι προσαρμοσμένα στα δεδομένα και στις συνήθειες του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται και κατά συνέπεια διατυπώνουν εφικτούς στόχους.

-          Βελτιώνουν σημαντικά τις συνθήκες για το σύνολο του πληθυσμού, παρόλο που σε ατομικό επίπεδο οι διαφοροποιήσεις είναι σχετικά μικρές.

Σημαντικό είναι επίσης ότι τα καθολικά προγράμματα:

-          Προετοιμάζουν το «έδαφος» για ενδεδειγμένες παρεμβάσεις χωρίς να στιγματίζονται οι φορείς και τα προγράμματά τους (π.χ. ως προγράμματα που αφορούν μόνο χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών).

Καθοριστικός παράγοντας  βέβαια για την επιλογή των καθολικών προγραμμάτων πρόληψης,  ιδιαίτερα των σχολικών προγραμμάτων που εστιάζουν στις κοινωνικές επιρροές, είναι η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητά τους στη μείωση της έναρξης της χρήσης και στη μείωση της κατανάλωσης τσιγάρου, αλκοόλ και κάνναβης μέχρι και 50 % (SussmanS. 2004, EMCDDA 2002, FaggianoF.  2006).

Το σημαντικότερο μειονέκτημα των καθολικών  προγραμμάτων είναι ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επωφεληθούν από τα προγράμματα αυτά εκείνες οι ομάδες πληθυσμού που ίσως είναι λιγότερο ευάλωτες στην εξάρτηση από ψυχοδραστικές ουσίες, ενώ δεν καλύπτονται οι ανάγκες των ομάδων υψηλού κινδύνου επαρκώς.

Η πρόταση των ερευνητών σήμερα, είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των προγραμμάτων (καθολικών και επικεντρωμένων) που βασίζεται στην καλή γνώση των χαρακτηριστικών του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται τα προγράμματα πρόληψης και στην αναγνώριση των επιβαρυντικών παραγόντων που επιδέχονται παρεμβάσεις (OffordD.R. 2000, HawksD. 2002, SussmanS. 2004).

Καθώς αυξάνεται η εμπειρία και η αναγνωρισιμότητα του Κ.Π. ΠΥΞΙΔΑ, αυξάνονται και οι επικεντρωμένες, αλλά και ενδεδειγμένες  παρεμβάσεις που υλοποιεί, καθώς προκύπτουν ολοένα και περισσότερα αιτήματα ως προϊόν ή συνέχεια καθολικών προγραμμάτων. Έτσι την τελευταία τριετία υλοποιήθηκαν ομάδες υποστήριξης μονογονέων, ομάδα για γονείς με παιδιά με ΔΕΠΥ και παρεμβάσεις σε μαθητές που εμπλέκονται σε επεισόδια εκφοβισμού, αλλά και εφήβους με άλλα προβλήματα. Επιπλέον αυξήθηκαν τα αιτήματα για ατομική και οικογενειακή συμβουλευτική . 

Στα ε χρόνια που θα ακολουθήσουν θα συνεχίσει να δίνεται έμφαση στο σχολικό εκφοβισμό και την πρόληψη της κακοποίησης, καθώς τα ερευνητικά δεδομένα των τελευταίων χρόνων συνεχίζουν να καταγράφουν μια ανησυχητική εξάπλωση αυτών των προβλημάτων.

Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού (2004) στην Ελλάδα κακοποιούνται ετησίως περίπου 20.000 παιδιά. Αντίστοιχα εστιάζοντας στους ενηλίκους, σε έρευνα του ΚΕΘΙ (2003) σε 1.200 γυναίκες φάνηκε ότι το 26,3% των θυμάτων που συμβιώνουν με ένα βίαιο άνδρα δηλώνουν  ότι υπήρξαν μάρτυρες της βίας των γονιών τους και ότι το 29, 2% των θυμάτων υπήρξαν τα ίδια θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Αντιστοίχως όσον αφορά στο σχολικό εκφοβισμό, σε Πανελλαδική έρευνα σε 4.000 μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το 10% των παιδιών υπήρξε θύμα σχολικού εκφοβισμού (κυρίως λεκτικού και κοινωνικού αποκλεισμού) και το 10% φοβάται ότι θα πέσει θύμα εκφοβισμού (Δεληγιάννη, Ψάλτη κ.α. 2004-2006).

Τα παραπάνω δεδομένα μας ανησυχούν ιδιαίτερα καθώς φαίνεται ότι ένας μεγάλος αριθμός  παιδιών και εφήβων άμεσα ή έμμεσα υφίσταται βία. Η αιτιολογική σύνδεση της βίας με τη χρήση ουσιών και άλλες ενδιάμεσες μεταβλητές αναδεικνύεται από πολλές έρευνες όπου γίνεται λόγος τόσο για τα ίδια τα «θύματα», αλλά και για τους «θύτες» και τους «θεατές» (Olvews 1993, Trider 2000, Hazler 1996).

Συνολικά, οι βασικές αρχές που διέπουν τα προγράμματα πρόληψης & προαγωγής της υγείας του Κέντρου Πρόληψης ΠΥΞΙΔΑ μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

-          Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά αντιμετωπίζεται ως ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό  ψυχοκοινωνικό πρόβλημα.

-          Τα προγράμματα πρόληψης επιδιώκουν την ενίσχυση της σωματικής και ψυχοκοινωνικής υγείας των παιδιών και εφήβων ευρύτερα, καθώς αποσκοπούν στην ενίσχυση των παραγόντων προστασίας και στην αποδυνάμωση των παραγόντων κινδύνου παράλληλα.

-          Επιδιώκονται πρώιμες παρεμβάσεις (από την προσχολική ηλικία) και σχεδιάζονται δράσεις για την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων κατά τις μεταβατικές φάσεις στη ζωή των παιδιών και των εφήβων.

-          Τα προγράμματα έχουν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

-          Τα προγράμματα επιδιώκουν την εκπαίδευση και την ενίσχυση πολλαπλασιαστών που θα μεταφέρουν αξίες & γνώσεις που σχετίζονται με την πρόληψη.

-          Επιδιώκεται η ευαισθητοποίηση της ευρύτερης κοινότητας και η εμπλοκή όσο το δυνατόν περισσότερων φορέων και θεσμών.

-          Τα προγράμματα εξειδικεύονται ως προς τον πληθυσμό στον οποίο απευθύνονται (ομάδα στόχου) και τις ιδιαίτερες ανάγκες του.

-          Επιδιώκεται ο συνδυασμός προγραμμάτων (π.χ. σχολικό πρόγραμμα και παρέμβαση σε γονείς των ίδιων μαθητών) ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων.

-          Στο σχεδιασμό λαμβάνεται υπόψη η ερευνητική τεκμηρίωση που υπάρχει για τα προγράμματα πρόληψης και η δεκαπεντάχρονη  εμπειρία της λειτουργίας της Πυξίδας (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την επιλογή των ομάδων στόχου και του πλαισίου εφαρμογής των παρεμβάσεων).

Βασικό στοιχείο των προγραμμάτων αποτελεί η προσπάθεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πιλοτικές και καινοτόμες παρεμβάσεις, καθώς πολλές από τις παρεμβάσεις που υλοποιούμε έχουν αξιολογηθεί στα χρόνια που προηγήθηκαν.

 


Ως προς το περιεχόμενο των προγραμμάτων μπορούμε να διαφοροποιήσουμε 4 διακριτές κατηγορίες δράσεων που περιλαμβάνονται στα περισσότερα προγράμματα:

1. Κινητοποίηση – ευαισθητοποίηση

Δράσεις που αποσκοπούν αφενός στην ευαισθητοποίηση των ομάδων στόχων (ή των ατόμων που κατέχουν θέσεις «κλειδιά» στη συγκεκριμένη ομάδα) ως προς την αναγκαιότητα να συμπεριληφθεί η πρόληψη ως μια αποτελεσματική προσέγγιση και μεθοδολογία για την αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης, και αφετέρου στην κινητοποίησή τους για την ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης στη συγκεκριμένη ομάδα.

 2. Ενημέρωση

Δράσεις που αποσκοπούν στην κατάρριψη μύθων και στερεοτύπων σχετικά με τη διάδοση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, τα αίτια της εξάρτησης από ναρκωτικά, τις επιδράσεις  και τις συνέπειες της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες), τη διαθεσιμότητα των ουσιών καθώς και τη δυνατότητα των θεσμών (π.χ. σχολείο, οικογένεια, κοινότητα)  να προστατέψουν τα παιδιά τους.

 

3. Εκπαίδευση

 

Βιωματικά εκπαιδευτικά προγράμματα για ενήλικες και παιδιά που αποσκοπούν στην απόκτηση δεξιοτήτων που ενισχύουν τους παράγοντες προστασίας που εντοπίζονται σε κάθε ηλικία και ομάδα χωριστά, και σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη της τοξικοεξάρτησης & άλλων προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Σεμινάρια και επιμορφωτικοί κύκλοι που αποσκοπούν στην κινητοποίηση επαγγελματιών υγείας & παιδείας, αστυνομικών, εκπροσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, συλλόγων κλπ., και στην εκπαίδευσή τους για την   εφαρμογή μεθόδων και στρατηγικών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων (π.χ. προγράμματα πρόληψης των εξαρτήσεων από εκπαιδευτικούς, στρατηγικές που μπορούν να εφαρμοστούν σε δήμους και κοινότητες κ.α.).

4. Υπηρεσίες

-          Ατομική ή οικογενειακή συμβουλευτική καθοδήγηση στην αντιμετώπιση ψυχοκοινωνικών προβλημάτων

-          Εφαρμογή προγραμμάτων στήριξης παιδιών και εφήβων που ανήκουν σε ομάδες  υψηλού κινδύνου (είτε λόγω της σχολικής αποτυχίας, είτε λόγω της εμπλοκής τους σε εκφοβιστικές συμπεριφορές ή άλλες προβληματικές καταστάσεις)

-           Δημιουργικές δραστηριότητες για νέους και νέες

-          Ομάδες διακοπής καπνίσματος

Α. Βασικές αρχές προγραμμάτων που απευθύνονται στα σχολεία:

Το σχολείο αποτελεί ένα χώρο κατάλληλο για παρεμβάσεις πρόληψης, γιατί

  • η έναρξη της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών τοποθετείται στην πρώτη εφηβική ηλικία

  • στο σχολείο μπορούμε να προσεγγίσουμε το σύνολο των παιδιών

  • η πρόληψη αφορά σε μεγάλο βαθμό την εκπαίδευση των παιδιών σε αξίες, αρχές και σε απόψεις για τη διάδοση της χρήσης ναρκωτικών, σκοπός που συνάδει με το στόχο της εκπαίδευσης

  • είναι το κατάλληλο πλαίσιο για να εφαρμόσουμε συστηματικά, μακρόχρονα προγράμματα πρόληψης και αγωγής υγείας

  • μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε τα παιδιά που «φλερτάρουν» με τη χρήση και ίσως βρίσκονται σε κίνδυνο χωρίς να τα στιγματίσουμε, ώστε στη συνέχεια να στηρίξουμε τα ίδια και το περιβάλλον τους

  • το πλαίσιο του σχολείου βοηθά ώστε να ενθαρρύνουμε την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, η οποία με τη σειρά της βοηθά σημαντικά στην υγιή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών

  • στο σχολείο εκδηλώνονται συμπεριφορές που κάνουν τα παιδιά ευάλωτα όχι μόνο ως προς τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, αλλά και σε άλλα επιβαρυντικά  για την υγεία και την ανάπτυξή τους προβλήματα (εκφοβισμός, σχολική διαρροή). Επίσης γίνονται αντιληπτά και άλλα προβλήματα (διαταραχές διατροφής, κακοποίηση κ.α.)

Ήδη, τα προηγούμενα  16  χρόνια λειτουργίας της ΠΥΞΙΔΑΣ, ένα μεγάλο μέρος των δράσεων και του δυναμικού μας επικεντρώθηκε στα σχολεία , όπου αναπτύχθηκαν δράσεις για όλες τις βαθμίδες και θεμελιώθηκαν συνεργασίες με τη σχολική κοινότητα.

Όλα τα προηγούμενα χρόνια προσπαθήσαμε να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων μας και να διερευνήσουμε επαρκώς τις ανάγκες  της σχολικής κοινότητας της περιοχής μας. Για το σκοπό αυτό βασιστήκαμε σε διεθνή ερευνητικά δεδομένα, τοπικές έρευνες, αλλά και τις δικές μας εκτιμήσεις από την επαφή μας με τα σχολεία. Συμμετείχαμε στη μεγάλη Ευρωπαϊκή Μελέτη για την αξιολόγηση των προγραμμάτων πρόληψης (EudapI & EudapII), στην Πανελλήνια έρευνα του ΕΠΙΨΥ για την κατάσταση των ναρκωτικών στην Ελλάδα 2011, στο σχεδιασμό και στην έρευνα του προγράμματος πρόληψης του καπνίσματος ΚΑΠΝΙΣΜΑ; ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ

Ποια σχολικά προγράμματα πρόληψης είναι αποτελεσματικά;

Όσον αφορά στα σχολικά προγράμματα πρόληψης, σύγχρονες μελέτες και έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η συστηματική εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης στα σχολεία αποτρέπει τους νέους από τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (τσιγάρο, αλκοόλ και παράνομες ουσίες), ειδικά όταν τα προγράμματα αυτά επικεντρώνονται στην εκπαίδευση των μαθητών σε κοινωνικές δεξιότητες ή σε δεξιότητες ζωής όπως έχει καθιερωθεί από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (Haws,D. 2002, EMCDDA 2002, Sussman, S. 2004, de Vries, H. 2006).

Ανεξάρτητα από το εκπαιδευτικό υλικό στο οποίο βασίζονται τα προγράμματα πρόληψης που απευθύνονται σε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, (από τις μελέτες των  ToblerNS  etal 1997, 2001; ΒotvinGJ 2000, SussmanS. 2004,) και σύμφωνα με τις βασικές αρχές για τα προγράμματα πρόληψης που εξέδωσαν το EMCDDA το 2002, το  NIDA 2003 και το UnitednationsOfficeonDrugsandCrime το 2004,  γνωρίζουμε ότι προκειμένου να είναι αποτελεσματικά τα σχολικά προγράμματα ως προς την πρόληψη της εξάρτησης από τσιγάρο, αλκοόλ και άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες, χρειάζονται να ανταποκρίνονται στα εξής χαρακτηριστικά:

-      να εστιάζουν στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων που σχετίζονται με τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Να δίνουν έμφαση δηλαδή, στους  παράγοντες εκείνους που έχουν θετική επίδραση στην ψυχοκοινωνική επάρκεια των νέων και μειώνουν την πιθανότητα για χρήση, ενώ παράλληλα αντιστρέφουν ή μειώνουν την επίδραση γνωστών «παραγόντων κινδύνου»

-      να περιλαμβάνουν μεθόδους ενεργητικής μάθησης κατάλληλες για τη συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση των παιδιών

-      να ενθαρρύνουν την αλληλεπίδραση μεταξύ των συμμετεχόντων μαθητών ( π.χ. μέσα από δραστηριότητες σε μικρές ομάδες)

-      να επικεντρώνονται στην εκπαίδευση σε δεξιότητες ζωής, δηλαδή στις ενδοπροσωπικές και διαπροσωπικές δεξιότητες που ενισχύουν τον αυτοέλεγχο των νέων και την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές επιρροές

-      να δίνουν έμφαση στην κανονιστική εκπαίδευση (normativeeducation) & την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, σχετικά με την επικράτηση της χρήσης καπνού, οινοπνευματωδών και άλλων ουσιών από τους εφήβους, αλλά και άλλων επικίνδυνων συμπεριφορών, ώστε να γίνει αντιληπτό ότι η πλειοψηφία των εφήβων δεν κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και να αναγνωρισθεί η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και διαφοροποίησης από την ομάδα

-      να περιλαμβάνουν την έγκυρη ενημέρωση για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ψυχικές και σωματικές συνέπειες της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών

-      να προβλέπουν στην  εκπαίδευση και υποστήριξη / εποπτεία των εκπαιδευτικών από τους υπεύθυνους των παρεμβάσεων ή ειδικούς στην πρόληψη

-      να είναι μακροπρόθεσμα (να καλύπτουν όλη τη διάρκεια της σχολικής φοίτησης), με ενισχυτικές παρεμβάσεις που θα επιδιώκουν να διατηρήσουν τα αρχικά αποτελέσματα

-      να εμπλέκουν ενεργά την οικογένεια των μαθητών (BrookJ.S. και συνεργάτες, 1990; PetraitisJ. και συνεργάτες, 1995; SteinbergL. και συνεργάτες, 1992; MendesF. και συνεργάτες, 1999; Simons-MortonB. και συνεργάτες, 1999, VelllemanR. και συνεργάτες, 2000).

-      να προσαρμόζονται στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται

-      να εφαρμόζονται σύμφωνα με το προτεινόμενο περιεχόμενο και τις προτεινόμενες δραστηριότητες του οδηγού του προγράμματος, σε σταθερό χρόνο και τακτικές συναντήσεις (1 φορά την εβδομάδα), για τουλάχιστον 12 συναντήσεις,  μετά από συμβόλαιο με τους συμμετέχοντες. Οι συνθήκες αυτές αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος. Ακόμα και όταν οι εκπαιδευτικοί θελήσουν να προσαρμόσουν τα προγράμματα στις ανάγκες μιας συγκεκριμένης ομάδας είναι σημαντικό να διατηρούνται τα θεμελιακά χαρακτηριστικά ενός προγράμματος που αφορούν τη δομή, το περιεχόμενο και τη μεθοδολογία εφαρμογής και αξιολόγησης

-      να στοχεύουν στην αντιμετώπιση παραγόντων που κάνουν τα παιδιά ευάλωτα (π.χ. εκφοβισμός, σχολική διαρροή κ.α.)

-      τα προγράμματα πρόληψης χρειάζεται να αξιολογούνται ως προς τη διαδικασία και το αποτέλεσμά τους.

Τι εννοούμε όταν λέμε «δεξιότητες ζωής»;

Οι δεξιότητες ζωής αναφέρονται στην ικανότητα των ανθρώπων να συμπεριφέρονται θετικά και να προσαρμόζονται με κατάλληλο τρόπο στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους. 

Στις δεξιότητες ζωής συγκαταλέγεται η ικανότητα να εκτιμάς και να σέβεσαι τον άλλον, να δημιουργείς καλές σχέσεις με την οικογένειά και τους φίλους σου, να ακούς και να επικοινωνείς αποτελεσματικά, να εμπιστεύεσαι τους άλλους και να αναλαμβάνεις ευθύνες.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (1997) υπάρχει ένας βασικός πυρήνας δεξιοτήτων που αποτελούν τις «δεξιότητες ζωής», οι οποίες αποτελούν τη βασική προϋπόθεση για την απόκτηση της ψυχοκοινωνικής επάρκειας.

Οι δεξιότητες αυτές είναι οι ακόλουθες:

      Λήψη αποφάσεων

      Επίλυση προβλημάτων

      Δημιουργική σκέψη

      Κριτική σκέψη

      Αποτελεσματική επικοινωνία

      Δεξιότητες διαπροσωπικών σχέσεων

      Αυτογνωσία

      Ενσυναίσθηση

      Διαχείριση των συναισθημάτων

      Διαχείριση του άγχους

Η αξία των «δεξιοτήτων ζωής» στην προαγωγή της υγείας των παιδιών και των εφήβων

Υπάρχουν πολλαπλά παραδείγματα και ερευνητικά συμπεράσματα που αναδεικνύουν  την αξία της εκπαίδευσης σε δεξιότητες ζωής σε ό,τι αφορά στην προαγωγή της υγείας των παιδιών και των εφήβων και ειδικότερα στην πρόληψη των εξαρτήσεων (Botvinetal. 1980 & 1984 - Pentz, 1983 – Faggianoetal. 2006), στην πρόληψη της εφηβικής εγκυμοσύνης (Zabinetal.), στην ενίσχυση της νοημοσύνης των παιδιών (Gonzalez 1990) και στην αποφυγή του σχολικού εκφοβισμού (Olweus 1990).

Η κανονιστική εκπαίδευση των νέων – βασικό στοιχείο των προγραμμάτων πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών

Η συμπεριφορά χρήσης των νέων ανθρώπων επηρεάζεται σημαντικά από τις  κοινωνικές επιρροές που δέχονται. Ιδιαίτερα καθοριστική στη διαμόρφωση των προτύπων που υποστηρίζουν τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, είναι η αντίληψη των νέων σχετικά με το πόσο διαδεδομένη και κατά συνέπεια κοινωνικά αποδεκτή είναι η χρήση ουσιών.

Συνήθως οι νέοι υπερεκτιμούν την επικράτηση της χρήσης ουσιών στο περιβάλλον τους – τόσο στους συνομηλίκους τους όσο και στους ενήλικες.

Αυτό έχει ως συνέπεια να διαμορφώνουν λανθασμένες κοινωνικές προσδοκίες και παράλληλα να επηρεάζονται θετικά ως προς τη χρήση ουσιών.

Πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν ότι η εκπαίδευση των νέων σε δεξιότητες για την αντίσταση στην πίεση των συνομηλίκων είναι ανεπαρκής, αν δε συνοδεύεται από «συντηρητικές» απόψεις σχετικά με τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.

Εφόσον οι νέοι θεωρούν ότι ο κανόνας είναι η χρήση, δε θα είναι πρόθυμοι να αντισταθούν σε τυχόν «πιέσεις» που θα βιώσουν στο φιλικό περιβάλλον τους (BotvinGJ, 2000).

Τα παραπάνω δεδομένα συνηγορούν ώστε η εκπαίδευση των νέων σε «κανονιστικά πρότυπα» να θεωρείται καθοριστικής σημασίας στην εφαρμογή ενός σχολικού προγράμματος πρόληψης, ιδιαίτερα σε εκείνες τις ηλικίες που η επικράτηση της χρήσης μιας ουσίας είναι μικρή (π.χ για το κάπνισμα στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία ενός προγράμματος πρόληψης, είναι η «διόρθωση» των λανθασμένων αντιλήψεων που έχουν οι νέοι  σχετικά με την επικράτηση και την κοινωνική αποδοχή της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών καθώς και η καλλιέργεια μιας πιο συντηρητικής στάσης απέναντι στην κατανάλωση ουσιών και η ενίσχυση της κριτικής τους σκέψης.

Ηπαραπάνωδιαδικασίαονομάζεται «κανονιστικήεκπαίδευση» (normative education) καιθεωρείταιαναπόσπαστοστοιχείοτωνπρογραμμάτωνπρόληψης (Hawks D. 2002).

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, έχουμε σχεδιάσει διαφοροποιημένα σχολικά προγράμματα που απευθύνονται στους διαφορετικούς τύπους σχολείου (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, ΕΠΑΛ, ΓΕΛ) και περιλαμβάνουν παρεμβάσεις ενημέρωσης και εκπαίδευσης κυρίως για εκπαιδευτικούς και μαθητές και  ενημέρωση γονέων. Παράλληλα τα σχολικά προγράμματα ενισχύονται  από τις σχολές γονέων όπου επιδιώκεται η περαιτέρω ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των γονέων.

Β. Βασικές αρχές προγραμμάτων που υλοποιούνται στην ευρύτερη κοινότητα:

Η διαφοροποίηση των σχολικών προγραμμάτων από τα προγράμματα που εφαρμόζονται στην ευρύτερη κοινότητα δεν αντανακλά μια άποψη ή φιλοσοφία όσον αφορά τη σύνθεση των κοινωνιών. Αναμφισβήτητα και οι σχολικές κοινότητες ανήκουν στην ευρύτερη κοινότητα και είναι ίσως από τους πιο σημαντικούς φορείς διαμόρφωσης των στάσεων ζωής.

Ωστόσο το γεγονός ότι η λειτουργία τους θεσμικά καθορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας ( εκτός από τη λειτουργία των βρεφικών και παιδικών σταθμών) και το γεγονός  ότι έχουν ελάχιστη σύνδεση με τους υπόλοιπους θεσμούς και φορείς της κοινότητας,  μας οδηγεί σε μια διαφοροποίηση της προσέγγισης και των προγραμμάτων πρόληψης που απευθύνονται σε φορείς και θεσμούς εκτός των σχολικών κοινοτήτων.

 Ως ευρύτερη κοινότητα ορίζονται φορείς, θεσμοί αλλά και ομάδες πολιτών που:

-          επηρεάζουν σημαντικά το κοινωνικό «γίγνεσθαι» των τοπικών κοινωνιών (Αιρετοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Εκπρόσωποι Εργαζομένων, Εκπρόσωποι της Εκκλησίας, Σύλλογοι κλπ)

-          έχουν άμεση επαφή με παιδιά και νέους (Αθλητικοί ή/και Πολιτιστικοί Σύλλογοι)

-          μπορούν να αναλάβουν ενεργό ρόλο στην πρόληψη των εξαρτήσεων και να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές (π.χ. επαγγελματίες ψυχικής υγείας των Συμβουλευτικών Σταθμών των ΟΤΑ, προσωπικό των Κέντρων Υγείας, Αστυνομικοί Υπάλληλοι,  Ιερείς, Εθελοντές Πολίτες)

-          συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά τα οποία αναγνωρίζονται ως επιβαρυντικοί παράγοντες ως προς τον κίνδυνο της χρήσης ναρκωτικών και οι ανάγκες τους δεν μπορούν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο των σχολικών προγραμμάτων (π.χ. γονείς κλπ).

Αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα των κοινωνικών επιβαρυντικών παραγόντων στην ανάπτυξη της τοξικοεξάρτησης στις τοπικές μας κοινωνίες  και τις δυνατότητες που υπάρχουν για να ενισχυθούν οι προστατευτικοί παράγοντες μέσα από πολιτικές και στρατηγικές, ένα σημαντικό μέρος των προγραμμάτων της ΠΥΞΙΔΑΣ αποσκοπεί στην ευαισθητοποίηση της κοινότητας και στην κινητοποίηση φορέων και θεσμών ώστε να αναπτύξουν στρατηγικές πρόληψης.

Σύμφωνα με τον Οδηγό Πρόληψης του NationalInstituteonDrugAbuse (NIDA 2003), η ύπαρξη επιβαρυντικών παραγόντων για την ανάπτυξη της τοξικοεξάρτησης σε μια κοινότητα, δε συνεπάγεται απαραίτητα και την ετοιμότητα μιας κοινότητας να αναλάβει δράσεις για την πρόληψη. Στην περίπτωση αυτή οι δράσεις πρόληψης χρειάζεται κατ’ αρχήν να αποσκοπούν στην ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση της κοινότητας με σκοπό να δημιουργηθούν σχέσεις συνεργασίας που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη προγραμμάτων.

Η ανίχνευση της ετοιμότητας για κάθε κοινότητα χωριστά και η ανάλογη επένδυση στην κινητοποίησή της  θα καθοδηγήσει την υλοποίηση των προγραμμάτων της ΠΥΞΙΔΑΣ.

Στο πνεύμα αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ενημέρωση για το πρόβλημα της χρήσης ναρκωτικών στη χώρα μας, για τους παράγοντες προστασίας και παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με την τοξικοεξάρτηση, καθώς και για τους κινδύνους που εντοπίζονται για τη δημόσια υγεία μέσα από την αυξανόμενη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από τους νέους.

Στην επαφή με φορείς και θεσμούς το Κέντρο Πρόληψης ΠΥΞΙΔΑ, ως εξειδικευμένος φορέας στην πρόληψη των εξαρτήσεων, αναλαμβάνει το ρόλο να ενημερώσει, να εκπαιδεύσει, αλλά και να σχεδιάσει δράσεις αγωγής υγείας για τις τοπικές κοινωνίες. Στο επίκεντρο των προτεινόμενων δράσεων είναι οι ψυχοκοινωνικές ανάγκες των παιδιών και των εφήβων και η διαμόρφωση πολιτικών που ενισχύουν την υγιή τους ανάπτυξη.

Όλες οι παραπάνω δράσεις υποστηρίζονται και συμπληρώνονται μέσα από ενημερωτικές καμπάνιες που πραγματοποιούνται με τη συνεργασία των ΜΜΕ και με τη χρήση του διαδικτύου.  Η ευαισθητοποίηση σχετικά με την αναγκαιότητα της πρόληψης για την αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης στη χώρα μας, η αναγνώριση του ρόλου που μπορούν να αναλάβουν θεσμοί και φορείς προκειμένου να ενισχύσουν την ψυχοκοινωνική υγεία των παιδιών και των νέων καθώς και η κινητοποίησή τους στην ανάληψη δράσεων, αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για την επίτευξη των στόχων της πρόληψης των εξαρτήσεων.

Μάρω Βασσάρα, ψυχολόγος –σύμβουλος τοξικοεξάρτησης, Επιστημονική Υπεύθυνη ΠΥΞΙΔΑΣ &

Μαρία Κυριακίδιου, σχολική ψυχολόγος – προσωποκεντρική σύμβουλος, Αναπληρώτρια Επιστημονική Υπεύθυνη ΠΥΞΙΔΑΣ

 

 

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

-          Botvin G.J, (2000). Preventing Drug abuse in Schools: Social and Competence Enhancement  Approaches targeting individual-level etiology factors. AddictiveBehaviour, 25(6), pp. 887-9 . 

-          Botvin, G.J, Griffin, K.W, Diaz, T, Scheier, L.M, Williams C &  Epstein, J.A  (2000). Preventing illicit drug use in adolescents: long-term follow-up data from a randomized control trial of a school population AddictiveBehaviour, 25(5), pp. 769-74.

-          Βotvin, G.J, Botvin, E. & Ruchlin, H. (1998)  School-Based Approaches to Drug Abuse Prevention: Evidence for Effectiveness and Suggestions for Determining Cost-Effectiveness. Cost-Benefit/Cost-Effectiveness Research of Drug Abuse Prevention: Implications for Programming and Policy. Rockville, Maryland: NIDA , pp 59-82. 

-          Brook,J.S., Brook,D.W., Gordon, A.S., Whiteman, M. & Cohen, P. (1990). The Psychosocial Etiology of Adolescent Drug Use:A Family Interactional Approach. Genetic, Social and General Psychology Monographs, 116 (2).

-          Burkhart G., Matt B. (2003) Community - based drug prevention programs from EDDRA. EMCDDA.

-          Ψάλτη,  A.,  Κασάπη, Σ. &  Δεληγιάννη-Κουϊμτζή, Β. (2012). Ο εκφοβισμός στα ελληνικά σχολεία. Ερευνητικά δεδομένα και προτάσεις για παρεμβάσεις, Αθήνα: Gutenberg

-          EMCDDA (2002). Drugsinfocus.Issue 5, Drug Prevention in EU schools.

-          ΕΠΙΨΥ-ΕΚΤΕΠΝ-ΟΚΑΝΑ(2011). Κατευθυντήριες γραμμές & σχεδιασμός παρεμβάσεων. Εγχειρίδιο γι α την πρόληψη της ουσιοεξάρτησης, Αθήνα: ΕΠΙΨΥ

-          Faggiano, F., Richardson, C., Bohrn, K, Galantie, R.M. &  EU-Dap Study Group (2007). A cluster randomized controlled trial of school-based prevention of tobacco, alcohol and drug use: The EU-Dap design and study population. Preventive Medicine, 44 (2),  pp. 170-173.

-          Farrington, D.P. (1977). The effects of public labeling. British Journal of Criminology,17,112-125

-          Gordon T. (2002) The case against discipline children at home or in school. In: Cain D.J.  Classics in the person-centered approach

-          Hazler R.J. (1996), Breaking the cycle of violence interventions for bullying & victimization. Washington, D.C.: Accelerated Development

-          Hawks D, Scott K & McBride N. (2002) Prevention of psychoactive substance use: a selected review of what works in the area of prevention. Geneva: WHO.

-          Mendes F., Relvas A.P., Lourenco M., Reccio J.L.., Pietralunga S., Broyer G., Bussac H., Calafat A., Stocco P. (1999) Family relationships and primary prevention of drug use in early adolescence. IREFREA. Coimbra – Portugal.

-          National Institute on Drug Abuse (2003) Preventing Drug Use among Children and Adolescents: A Research- Based Guide for Parents, Educators and Community Leaders

-          Nestler EJ, Aghajanian GK (1997). Molecular and cellular basis of addiction;. Science 278: 58-63

-          Offord, D. R. (2000). Selection of levels of Prevention. Addictive Behaviors, Vol.25, No.6, pp 833- 842.

-    OlvewsD. (1993), Bullying at school: What we know and what we can do. NY:Blackwell

-     Petraitis J., Flay, B.R. & Miller, T.Q. (1995). Reviewing theories of adolescent substance use: Organising pieces of the puzzle. Psychological Bulletin, 117, 67-96.

-          Simons - MortonB., Crump A.D., Haynie D.L., Saylor K.E., Eitel P. & Yu K. (1999) Psychosocial, School and Parent Factors Associated with Recent Smoking among Early – Adolescent Boys and Girls. Preventive Medicine 28, 138 – 148.

-          Smith P. (2000), Bullying. Don’ t suffer in silence. Goldsimth College. University of London

-          Steinberg L., Lamborn S.D., Dornbush S.M. & Darling N. (1992). Impact of parenting practices on adolescent achievement: Authoritative parenting, school involvement, and encouragement to succeed. Child Development, 63, 1266 – 1281.

-          Sussman S, Earleywine M, Wills T, Cody C, Biglan T, Dent CW, Newcomb MD. The Motivation, Skills, and Decision-Making Model of ‘‘Drug Abuse’’ Prevention. Substance Use & Misuse 2004; 39: 1971–2016

-          Tobler NS, Stratton H. (1997) Effectiveness of School-based Drug Prevention Programs: A Meta-Analysis of the Research. Journal of Primary Prevention 1997;18(1):71-128. 

-          Tobler NS, Roona MR, Ochshorn P, Marshall DG, Streke AV, Stackpole KM. (2000)School-Based Adolescent Drug Prevention Programs: 1998 Meta-Analysis. Journal of Primary Prevention 2000;20(4):275-335

-          United nations Office on Drugs and Crime School-Based Educaton for drug abuse prevention. United Nations Office on Drugs and Crime; New York, 2004

-           Velleman R., Mistral W. & Sanderling L. (2000). Taking the message home: involving parents in drug prevention. UniversityofBath.

-          de Vries, H., F. Dijk, et al. (2006). The European Smoking prevention Framework Approach (ESFA): effects after 24 and 30 months. Health Educ Res 21(1): 116-132.

-          Wise RA.(1998) Drug-activation of brain reward pathways. Drug Alcohol Depend,  51: 13-22

-          WHO (1994) The Development and dissemination of Life Skills Education: An overview. The Development and dissemination of Life Skills Education: An overview. Geneva: Division of Mental Health.

-          Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (2006), Ετήσια Έκθεση του ΕΚΤΕΠΝ για την κατάσταση των ναρκωτικών στην Ελλάδα 2005.

-          ΚΕΘΙ (2003) Ενδο-οικογενειακή βία κτά των γυναικών: Πρώτη Πανελλαδική Επιδημιολογική Έρευνα

-      Σπυριδωνίδης Β. & Στογιαννίδου Αρ., “Μελέτη ψυχολογικής σύνδεσης εφήβων με το σχολικό περιβάλλον ”, 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχολογίας Θεσσαλονίκη 6-8 Δεκέμβρη 2002

-     TrinderM. (2000), Bullying: Achallengeforoursociety. VictorianParentingCentreNews 3, 3-6